φευγιό

φευγιό
τό
1) бегство, побег;

παίρνω ένα φευγιό — или τό ρίχνω στο φευγιό — бросаться наутёк; — спасаться бегством;

φευγιό! удирой, беги!;

2) уход; отъезд

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Смотреть что такое "φευγιό" в других словарях:

  • φευγιό — το 1. φυγή, φευγάλα: Οι εχθροί στο φευγιό τους πέταξαν και τα όπλα τους. 2. αποχώρηση, αναχώρηση: Πέρασαν τρία χρόνια από το φευγιό του από τη Θεσσαλονίκη στις Σέρρες …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • φευγιό — το, Ν 1. φυγή, φευγάλα 2. αποχώρηση, αναχώρηση. [ΕΤΥΜΟΛ. < φεύγω + κατάλ. ιό (πρβλ. τρεχ ιό: τρέχω, χτικ ιό: χτικιάζω)] …   Dictionary of Greek

  • γλάκημα — και λάκημα, το [γλακώ] φευγιό, φευγάλα …   Dictionary of Greek

  • εξαγορία — και εξαγοριά και ξαγοριά, η (Μ ἐξαγορία) 1. μετάνοια, μεταμέλεια 2. συγχώρηση αμαρτιών. [ΕΤΥΜΟΛ. < εξαγορεύω (πρβλ. αναγορεύω αναγόριο, φεύγω φευγιό κ.ά.)] …   Dictionary of Greek

  • ρεμπελιό — το, Ν 1. εξέγερση εναντίον μια αρχής, ανταρσία (α. «το ρεμπελιό τών ποπολάρων» λαϊκή εξέγερση τών κατοίκων τής Ζακύνθου κατά τών ευγενών το 1628 β. «το ρεμπελιό τής Σμύρνης» σφαγή που διενεργήθηκε το 1797 στη Σμύρνη από τους γενίτσαρους) 2.… …   Dictionary of Greek

  • τρεχιό — το, Ν τρέξιμο, τρεχάλα, τρεχαλητό. [ΕΤΥΜΟΛ. Υποχωρητ. < ρ. τρέχω (πρβλ. φεύγω: φευγιό)] …   Dictionary of Greek

  • φευγάλα — η, Ν εσπευσμένη απομάκρυνση, φευγιό, φυγή. [ΕΤΥΜΟΛ. < φεύγω, κατά το πηλάλα (πρβλ. τρεχ άλα: τρέχω)] …   Dictionary of Greek

  • φεύγω — ΝΜΑ, και φεόγω Α 1. τρέπομαι σε φυγή, απομακρύνομαι γρήγορα κυρίως από φόβο ή επειδή μέ καταδιώκουν (α. «μόλις τόν είδε με το πιστόλι έφυγε» β. «βῆ φεύγων ἐπὶ πόντου», Ομ. Ιλ.) 2. αναχωρώ (α. «έφυγαν για ταξίδι τού μέλιτος» β. «Κῡρος μὲν τέθνηκεν …   Dictionary of Greek

  • φυγή — η, ΝΜΑ 1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού φεύγω, αναχώρηση, αποχώρηση, φευγάλα, φευγιό 2. (ειδικά) α) εσπευσμένη ή κρυφή απομάκρυνση β) άτακτη υποχώρηση κατά τη μάχη (α. «τράπηκαν σε φυγή» β. «εἰς φυγὴν ὁρμώμενοι», Ευρ.) γ) καταφυγή σε ξένη χώρα …   Dictionary of Greek

  • φύζα — και φῡζα, ἡ, Α (επικ. τ.) φυγή λόγω φόβου, φευγιό («αὐτὰρ Ἀχαιοὺς Θεσπεσίη ἔχε φύζα, φόβου κρυόεντος ἑταίρη», Ομ. Ιλ.). [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. φύζα (< *φυγ yα) έχει σχηματιστεί από το ριζικό όν. φύξ*, φυγός με επίθημα ya (πρβλ. μᾰζα*: θ. μαγ τού μάσσω …   Dictionary of Greek

  • χτικιό — το, Ν 1. η φυματίωση 2. μτφ. βάσανο, ταλαιπωρία («είναι χτικιό να πλένεις αυτές τις βρομιές»). [ΕΤΥΜΟΛ. Υποχωρητ. παρ. τού ρ. χτικιάζω (πρβλ. τρέχω: τρεχιό, φεύγω: φευγιό)] …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»